Ερευνητικό πρόγραμμα

Βασικοί στόχοι του ερευνητικού προγράμματος «Εντοιχισμένα αγγεία σε βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς ναούς του ελλαδικού χώρου: ένα ηλεκτρονικό corpus» είναι ο εντοπισμός των εκκλησιών της Ελλάδας που κοσμούνται με πήλινα αγγεία στις εξωτερικές τους πλευρές, η καταγραφή των αντικειμένων και η αναλυτική τους τεκμηρίωση, ώστε να διασωθεί το συγκεκριμένο υλικό και να συγκεντρωθεί σε μία ενιαία βάση δεδομένων.

Ήδη, πριν από 75 χρόνια, ο G. Ballardini, πρωτοπόρος μελετητής της μεσαιωνικής εφυαλωμένης κεραμικής της Ιταλίας, είχε τονίσει πρώτος την ανάγκη συστηματοποίησης της ενασχόλησης με τα «bacini», μέσα από τη δημιουργία ενός «Corpus dei bacini» της Ιταλίας, πρωταρχικά για λόγους διάσωσης των σχετικών πληροφοριών και κατά δεύτερον συνειδητοποιώντας τη σημασία των ίδιων των αντικειμένων για την ιστορία της μεσαιωνικής εφυαλωμένης κεραμικής της Ιταλίας[1]. Σημείωνε χαρακτηριστικά: «La storia delle arti decorative e quella dell’architettura acquisterebbero così una fonte meravigliosa di nuovi insegnamenti: l’Italia ancora una volta dimostrerebbe come sa curare, difendere e studiare questi esimi campioni dell’arte dei padri, che hanno dato un fascino speciale ai suoi vetusti edifici»[2]. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες για την έναρξη συστηματικής καταγραφής των εντοιχισμένων αγγείων στην Ιταλία, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τη μονογραφία των G. Berti και L. Tongiorgi για τα εντοιχισμένα αγγεία σε μνημεία της περιοχής της Πίζας[3]. Ακολούθησαν αρκετές μελέτες για άλλες περιοχές της ιταλικής χερσονήσου[4]. Μόνον σχετικά πρόσφατα, όμως, η αποτύπωση των σχετικών πληροφοριών έγινε πιο συστηματική με τη χρήση προγραμμάτων πληροφορικής και τη συγκεντρωτική αποτύπωση των δεδομένων. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των μελετών των S. Gelichi και S. Nepoti για την Εμίλια-Ρομάνια, το Βένετο και το Φρίουλι και του O. Mazzucato για το Λάτιο[5]. Παρόλ’ αυτά, οι σχετικές, με τα εντοιχισμένα αγγεία σε ναούς της Ιταλίας, πληροφορίες είναι κατακερματισμένες, καθώς δεν έχει υιοθετηθεί μία κοινή εφαρμογή για τη συγκέντρωση του πολυάριθμου σχετικού υλικού. Κατά συνέπεια, δεν είναι εύκολο να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ των διαφορετικών περιοχών για την καλύτερη κατανόηση των διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται στην εν λόγω πρακτική διακόσμησης, αλλά και για την πιο συστηματική διερεύνηση θεμάτων που σχετίζονται με την περίοδο μεγαλύτερης ή μικρότερης διάχυσης αυτής της πρακτικής, με την ποικιλία των κατηγοριών κεραμικής που απαντούν από περιοχή σε περιοχή.

Ως προς τον ελλαδικό χώρο, παρά το ενδιαφέρον των μελετητών γι’ αυτό το θέμα, μετά τον εντοπισμό των πρώτων σχετικών παραδειγμάτων στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.[6], αντίστοιχες προσπάθειες συνολικής διερεύνησης των εντοιχισμένων αγγείων μίας ή και περισσότερων περιοχών και καταγραφής των δεδομένων με χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας δεν έχουν γίνει.

Το συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα επιχειρεί να καλύψει αυτήν την ανάγκη, συγκεντρώνοντας σε μία κοινή βάση δεδομένων τα στοιχεία για τα εντοιχισμένα αγγεία ναών από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Με αυτόν τον τρόπο όλες οι πληροφορίες παρατίθενται με το ίδιο σύστημα, μέσω προδιαγεγραμμένων πεδίων της βάσης δεδομένων, και θα είναι εύκολα συγκρίσιμες τόσο από τον ειδικό ερευνητή, όσο και τον μη ειδήμονα χρήστη. Η μορφή των πρώτων, ανάλογου στόχου, βάσεων δεδομένων που προτάθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, από τους S. Nepoti και S. Gelichi και από τον O. Mazzucato φάνηκε χρήσιμη κατά τον σχεδιασμό της συγκεκριμένης βάσης, αν και η τελευταία έχει τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, που συνδέονται τόσο με τα ζητούμενα του περιεχομένου της, όσο και με τις δυνατότητες του χρησιμοποιούμενου λογισμικού.

Εκτός από τους βασικούς στόχους που σημειώθηκαν προηγουμένως, εξίσου σημαντικοί είναι και άλλοι στόχοι που προκύπτουν από τη συστηματική επεξεργασία του δείγματος και αφορούν στην καλύτερη κατανόηση και ερμηνεία της συγκεκριμένης μορφής διακόσμησης των ναών. Σχετίζονται είτε με το ειδικό, δηλαδή τα πήλινα αγγεία, είτε με το γενικό, δηλαδή το εκάστοτε μνημείο και τη σύνδεση των αγγείων με αυτό.

Κατ’ αρχήν, η ενασχόληση με αυτά τα αντικείμενα παρέχει πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη μεσαιωνική και νεότερη εφυαλωμένη κεραμική που απαντά στην Ελλάδα και συχνά, όπως έχει αποδείξει η μέχρι τώρα έρευνα, βοηθάει και στην ίδια την χρονολόγηση ναών[7]. Σε ό,τι αφορά στην εφυαλωμένη κεραμική, δεδομένου ότι τα μέχρι στιγμής δημοσιευμένα στοιχεία από ανασκαφικές έρευνες, ειδικά από τον 13ο αι. και εξής, είναι περιορισμένα σε αριθμό, ειδικά σε ό,τι αφορά στις περιοχές της Αττικής και της Κρήτης, η μελέτη των εντοιχισμένων αγγείων είναι εξαιρετικά σημαντική. Συχνά αποτελεί μοναδική μαρτυρία για την ύπαρξη συγκεκριμένων τύπων κεραμικής στις περιοχές αυτές, διαφωτίζοντάς μας για τις επαφές τους με σημαντικά κέντρα παραγωγής κεραμικής της Μεσογείου κατά τον ύστερο μεσαίωνα και την πρώιμη νεότερη εποχή.

Ως προς το συσχετισμό των αγγείων με τα μνημεία, η μελέτη της πρακτικής εντοιχισμού αγγείων στο μεγάλο, αριθμητικά, δείγμα ναών που έχει συγκεντρωθεί επιτρέπει την με μεγαλύτερη ασφάλεια διατύπωση παρατηρήσεων αναφορικά με την ίδια την πρακτική. Ευνοεί, επομένως, τη διερεύνηση θεμάτων που σχετίζονται με  τους αρχιτεκτονικούς τύπους ναών στους οποίους αυτή κατεξοχήν απαντά, με το κατά πόσο τα αγγεία μπορούν να χρησιμεύσουν ως δείκτης χρονολόγησης των μνημείων, με τη διακύμανση, από περιοχή σε περιοχή, της περιόδου στην οποία η πρακτική απαντά πιο συχνά, του τρόπου εντοιχισμού, των θέσεων των αγγείων, των  διατάξεών τους σε σχέση με άλλα είδη διακόσμησης, της σημασίας τους (διακοσμητικής, συμβολικής ή άλλης), ικανοποιώντας, επομένως, επιμέρους στόχους του προγράμματος.

Ενδεικτικά, σημειώνονται ήδη οι πρώτες διαφοροποιήσεις μεταξύ της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης ως προς την πρώτη εμφάνιση αυτής της πρακτικής, με τα πρωιμότερα παραδείγματα αγγείων να  απαντούν ήδη από τον 11ο αι. στην ηπειρωτική Ελλάδα[8], ενώ στην Κρήτη η πρακτική αυτή φαίνεται ότι ξεκίνησε αργότερα, από τον 13ο αι. και μετά[9]. Διαφορές μεταξύ των δύο περιοχών εμφανίζονται και ως προς τους αρχιτεκτονικούς τύπους των μνημείων, στα οποία εντοιχίζονται αγγεία, και ως προς τις πιο κοινές θέσεις και διατάξεις των τελευταίων.

Με την ολοκλήρωση της  συστηματικής καταγραφής θα προκύψουν υποσύνολα με ομάδες ναών που όχι μόνο κοσμούνται με κοινούς, τύπους κεραμικής αλλά πιθανόν μπορούν να συσχετιστούν μεταξύ τους και σε ό,τι αφορά στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση και στον αρχιτεκτονικό και ζωγραφικό τους διάκοσμο[10].

Όπως φαίνεται από όλα όσα σημειώθηκαν, η ενασχόληση με τα «bacini» έχει ακόμα πολλές κρυμμένες πτυχές να διερευνήσει και η συγκέντρωση των στοιχείων σε έναν ιστότοπο στοχεύει στη διευκόλυνση της όποιας περαιτέρω προσπάθειας.

Αναστασία Γ. Γιαγκάκη

Βιβλιογραφία

Ballardini 1938: G. Ballardini, «Per un «Corpus» dei bacini di ceramica dei nostri antichi monumenti», Faenza 25 (1938), 3-16.

Berti, Tongiorgi 1981: G. Berti, L. Tongiorgi, I bacini ceramici medievali delle chiese di Pisa, Roma 1981.

Blake 1980: Blake H., «The bacini of North Italy», στο: La Céramique Médiévale en Méditerranée occidentale, X-XVe siècles, Valbonne 11-14 Septembre 1978, Paris 1980, 93-111.

Gelichi, Nepoti 1996: S. Gelichi, S. Nepoti, «I “bacini” in Emilia Romagna, Veneto e Friuli Venezia Giulia», στο: Atti XXVI Convegno Internaznionale della Ceramica, “I Bacini murati medievali. Problemi e stato della ricerca”, Albisola, 28-30 maggio 1993, Firenze 1996, 51-66.

Γιαγκάκη 2010: Α. Γ. Γιαγκάκη, «Εντοιχισμένα πινάκια σε εκκλησίες της Κρήτης: μια ερευνητική πρόταση», στο: Μ. Ανδριανάκης, Ι. Τζαχίλη (επιμ.), Αρχαιολογικό Έργο Κρήτης 1, Πρακτικά της 1ης συνάντησης, Ρέθυμνο, 28-30 Νοεμβρίου 2008, Ρέθυμνο 2010, 827-840.

Μπούρας 1965: Χ. Μπούρας, Βυζαντινά σταυροθόλια με νευρώσεις, Αθήναι 1965.

Σωτηρίου 1942: Γ. Α. Σωτηρίου, Χριστιανική και βυζαντινή αρχαιολογία, τόμος Α΄, Χριστιανικά κοιμητήρια, Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, Εν Αθήναις 1942.

Τsouris 1996: K. Tsouris, «Glazed Bowls in the Late Byzantine Churches of North-Western Greece», Archeologia Medievale 23 (1996), 603-624.

Mazzucato 1996: O. Mazzucato, «Situazione dei “bacini” nel Lazio – 1993», στο: Atti XXVI Convegno Internaznionale della Ceramica, “I Bacini murati medievali. Problemi e stato della ricerca”, Albisola, 28-30 maggio 1993, Firenze 1996, 161-182.

Yangaki 2013: A. G. Yangaki, «Immured vessels in churches on Crete: Preliminary observations on material from the prefecture of Rethymnon», στο: Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείαςπερίοδος Δ΄, τόμος ΛΔ΄ (2013), 375-384.

[1] Ballardini 1938, 11-12.

[2] Ballardini 1938, 12: «Η ιστορία των διακοσμητικών τεχνών και της αρχιτεκτονικής θα αποκτούσε έτσι μία θαυμάσια πηγή νέων μαθημάτων: η Ιταλία θα αποδείκνυε για άλλη μια φορά πως γνωρίζει να φροντίζει, να προστατεύει και να μελετά αυτά τα εξαίρετα παραδείγματα της τέχνης των πατέρων, που έχουν προσδώσει μία ιδιαίτερη γοητεία στα παλαιά της οικοδομήματα».

[3] Berti, Tongiorgi 1981. Βλ., πάντως, επίσης και τη μελέτη του H. Blake για τα «bacini» της βόρειας Ιταλίας (Blake 1980, 93-111).

[4] Βλ. το οικείο λήμμα στον ιστότοπο.

[5] Gelichi, Nepoti 1996, 51-66 και Mazzucato 1996, 161-182, αντίστοιχα.

[6] Βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στο εισαγωγικό σημείωμα σχετικά με την «Ιστορία της έρευνας». Βλ. επίσης και: Γιαγκάκη 2010, 827-840 και Yangaki 2013, 375-376.

[7] Βλ. σχετικά το εισαγωγικό σημείωμα «Ιστορία της έρευνας».

[8] Σωτηρίου 1942, 411. Μπούρας 1965, 73 σημ. 318. Tsouris 1996, 614.

[9] Βλ. αναλυτικά, με τη σχετική βιβλιογραφία: Γιαγκάκη 2010, 829.

[10] Yangaki 2013, 382 (προσβάσιμο στη διεύθυνση: http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/deltion/article/view/5196/4966 [ημ. πρόσβασης: 10/3/2015]).